κοχλίας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοχλίας < (λόγιο) αρχαία ελληνική κοχλίας (δείτε και κοχλιός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοχλίας αρσενικό

  1. (μηχανολογία): μηχανικό εξάρτημα με ελικοειδές σπείρωμα που χρησιμοποιείται σε συνδέσεις μερών, κοινώς η βίδα
  2. (ανατομία) σωλήνας τυλιγμένος σε σχήμα σπείρας που βρίσκεται στο λαβύρινθο του αφτιού
  3. (ζωολογία) σαλιγκάρι
     συνώνυμα: χοχλιός (σε διάλεκτο)

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοχλίας < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοχλίας αρσενικό

  1. μαλάκιο με ελικοειδές όστρακο
  2. (μεταφορικά) ελικοειδής μηχανή για ανύψωση νερού