κοχλίας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοχλίας < (λόγιο) < αρχαία ελληνική κοχλίας (δείτε και κοχλιός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοχλίας αρσενικό

  1. (μηχανολογία): μηχανικό εξάρτημα με ελικοειδές σπείρωμα που χρησιμοποιείται σε συνδέσεις μερών, κοινώς η βίδα
  2. (ανατομία) σωλήνας τυλιγμένος σε σχήμα σπείρας που βρίσκεται στο λαβύρινθο του αφτιού
  3. (ζωολογία) σαλιγκάρι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: χοχλιός (σε διάλεκτο)

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοχλίας < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοχλίας αρσενικό

  1. μαλάκιο με ελικοειδές όστρακο
  2. (μεταφορικά) ελικοειδής μηχανή για ανύψωση νερού