χύσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χύσιμο χυσίματα
γενική χυσίματος χυσιμάτων
αιτιατική χύσιμο χυσίματα
κλητική χύσιμο χυσίματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χύσιμο < χύνω (θέμα αορίστου χυσ) + -ιμο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χύσιμο ουδέτερο

  1. η ενέργεια του χύνω
  2. η εκσπερμάτιση, ο οργασμός

32πχ Μεταφράσεις[]