ψάθωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψάθωμα ψαθώματα
γενική ψαθώματος ψαθωμάτων
αιτιατική ψάθωμα ψαθώματα
κλητική ψάθωμα ψαθώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψάθωμα < ψαθώνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψάθωμα ουδέτερο

  • η κάλυψη ή το γέμισμα ενός αντικειμένου με ψάθα ή η δημιουργία ιστού με το ίδιο υλικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]