ωκεανοπλοΐα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωκεανοπλοΐα οι ωκεανοπλοΐες
      γενική της ωκεανοπλοΐας των ωκεανοπλοϊών
    αιτιατική την ωκεανοπλοΐα τις ωκεανοπλοΐες
     κλητική ωκεανοπλοΐα ωκεανοπλοΐες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ωκεανοπλοΐα < ωκεανός + -πλοΐα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ωκεανοπλοΐα θηλυκό

  1. (ναυτικός όρος): η ναυσιπλοΐα σε ωκεανό ή ανοικτή θάλασσα πολύ μακριά από τις ακτές
  2. γενικά η ναυτική τέχνη θαλασσοπλοΐας με τη βοήθεια αστρονομικών παρατηρήσεων
  3. η δια πλοίων εξυπηρέτηση διηπειρωτικής συγκοινωνίας
  4. (νομικός όρος): ελεύθερη ναυσιπλοΐα χωρίς αποκλειστικό δικαίωμα ή περιορισμό, εφόσον δεν διαπράττεται διεθνές έγκλημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]