Μετάβαση στο περιεχόμενο

ωριαία άτρακτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ωριαία άτρακτος οι ωριαίες άτρακτοι
      γενική της ωριαίας ατράκτου των ωριαίων ατράκτων
    αιτιατική την ωριαία άτρακτο τις ωριαίες ατράκτους
     κλητική ωριαία άτρακτε ωριαίες άτρακτοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ωριαία άτρακτος <  δείτε τις λέξεις ωριαίος και άτρακτος. (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fuseau horaire)[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /o.ɾiˈe.a ˈa.tɾa.ktos/

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

ωριαία άτρακτος θηλυκό

  • (γεωγραφία) η ζώνη ώρας
      Απόσπασμα από το βιβλίο Γεωλογίας-Γεωγραφίας Α' Γυμνασίου, Ενότητα 1.2 Παιχνίδια με τις γεωγραφικές συντεταγμένες,   @ebooks.edu.gr
    Όλοι οι τόποι δεν έχουν την ίδια ώρα, γιατί δε βρίσκονται στο ίδιο γεωγραφικό μήκος. Ας υποθέσουμε ότι στον μεσημβρινό των 0° η ώρα είναι 12 το μεσημέρι. Για να βρούμε την ώρα που έχουν άλλοι τόποι, χωρίζουμε την επιφάνεια της Γης σε 24 ζώνες, που λέγονται ωριαίες άτρακτοι, καθεμία από τις οποίες έχει πλάτος 15° (360°:24=15°). Έτσι, όταν εκεί όπου βρισκόμαστε είναι μεσημέρι (12 η ώρα), 15° ανατολικότερα η ώρα είναι 1 μ.μ., ενώ 15° δυτικότερα η ώρα είναι 11 π.μ.

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. s.v.- άτρακτος - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. άτρακτος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)