ἑρμητικότης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| καθαρεύουσα (κατά την αρχαία κλίση) | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | ἑρμητικότης | αἱ | ἑρμητικότητες | ||||
| γενική | τῆς | ἑρμητικότητος | τῶν | ἑρμητικοτήτων | ||||
| δοτική | τῇ | ἑρμητικότητι | ταῖς | ἑρμητικότησι(ν) | ||||
| αιτιατική | τὴν | ἑρμητικότητα | τὰς | ἑρμητικότητας | ||||
| κλητική ὦ! | ἑρμητικότης | ἑρμητικότητες | ||||||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'τάπης' όπως «τάπης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ἑρμητικότης θηλυκό