-φι
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- -φῐ < (κληρονομημένο) πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-bʰi, *-bʰei < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰē, *bʰō (παραβάλετε φή) το *-bʰei σχετίζεται με τα σφεῖς, το μυκηναϊκή -pei, *-σφει, παράλληλος του -σφι(ν) (λατινική sibei > sibi) καθώς και το λακωνικό φιν. Συγγενή: σανσκριτική -bhih/-भिस् (-bhis, πληθυντικό δηλωτικό οργάνων), αβεστική -bis, γαλατική -bi (οργανική πτώση) καθώς και τοχαρικά Β -epi (γενική πτώση)[1].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /-pʰi/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : -φῐ
Επίθημα
[επεξεργασία]-φῐ (Ομηρική)
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Απαντά κυρίως στην μυκηναϊκή αλλά και ενίοτε στον Όμηρο στην δοτική και γενική.
- Αποσπάστηκε από τη β΄ κλίση ως -ό-φῐ και έπειτα εισήλθε σε άλλες κλίσεις όπως ἐσχαρόφι, κοτυληδονόφῐ
- Παρατηρείται και εντός διαλεκτικών τύπων λ.χ. πατροφῐστί, ἐπιπατρόφῐον από *πατρόφῐ.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- -φῐν (προ φωνήεντος)
Σύνθετα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
Πηγές
[επεξεργασία]- -φι(ν) - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.