Abstammung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Abstammung < abstammen (κατάγομαι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abstammung die Abstammungen
γενική der Abstammung der Abstammungen
δοτική der Abstammung den Abstammungen
αιτιατική die Abstammung die Abstammungen

Abstammung (de) θηλυκό

  1. καταγωγή
  2. γένος