Abteilung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Abteilung 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abteilung die Abteilungen
γενική der Abteilung der Abteilungen
δοτική der Abteilung den Abteilungen
αιτιατική die Abteilung die Abteilungen

Abteilung (de) θηλυκό

Σύνθετα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: Abteil