Alkohol

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Alkohol die Alkohole
γενική des Alkoholes der Alkohole
δοτική dem Alkohol(e) den Alkoholen
αιτιατική den Alkohol die Alkohole


Προφορά[επεξεργασία]

Alkohol 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Alkohol (de) αρσενικό