Bewusstseinbildung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Bewusstseinbildung < Bewusstsein + Einbildung

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Bewusstseinbildung die Bewusstseinbildungen
γενική der Bewusstseinbildung der Bewusstseinbildungen
δοτική der Bewusstseinbildung den Bewusstseinbildungen
αιτιατική die Bewusstseinbildung die Bewusstseinbildungen

Bewusstseinbildung (de) θηλυκό