Μετάβαση στο περιεχόμενο

Czech

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
Czech Czechs

Επίθετο

[επεξεργασία]

Czech (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Czech (en)

  1. (εθνικό όνομα) ο Τσέχος, η Τσέχα

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Czech (en)

  1. (γλώσσα) τα τσεχικά (ή τσέχικα), η τσέχικη γλώσσα



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡ʃ̑ɛx/
ⓘ 

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Czech (pl) αρσενικό (θηλυκό Czeszka)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  • → δείτε τη λέξη Czechy

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

Czech (pl)



Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Czech < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Czech αρσενικό ή θηλυκό

  • Familienforschung in Westpreußen, ανακτήθηκε στις 20/8/2023 ,



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Czech < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Czech αρσενικό

  • The surnames of residents, Surnames with a frequency greater than or equal to 20, Instituto Nacional de Estadística (Ισπανία), ανακτήθηκε στις 9/9/2026



Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Czech < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Czech αρσενικό ή θηλυκό

  • Pagine Bianche, ανακτήθηκε στις 22/8/2023



Σουηδικά (sv)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Czech < → λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Czech αρσενικό ή θηλυκό

  • Last names with at least 10 bearers among persons registered on 31 December of each year. Year 1999 - 2020, Statistics Sweden