Czech

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

Czech (en)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Czech (en)

  1. (εθνικό όνομα) ο Τσέχος, η Τσέχα
  2. (γλώσσα) τα τσεχικάτσέχικα), η τσέχικη γλώσσα



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /t͡ʃ̑ɛx/
Ήχος 

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Czech (pl) αρσενικό (θηλυκό Czeszka)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη Czechy

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

Czech (pl)