Geheimnis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Geheimnis die Geheimnisse
γενική des Geheimnisses der Geheimnisse
δοτική dem Geheimnis den Geheimnissen
αιτιατική das Geheimnis die Geheimnisse

Προφορά[επεξεργασία]

Geheimnis 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Geheimnis (de) ουδέτερο

  1. το μυστικό