Kennzeichen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Kasus Singular Plural
Nominativ das Kennzeichen die Kennzeichen
Genitiv des Kennzeichens der Kennzeichen
Dativ dem Kennzeichen den Kennzeichen
Akkusativ das Kennzeichen die Kennzeichen


Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Kennzeichen 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kennzeichen (de) ουδέτερο

  1. το γνώρισμα
  2. το διακριτικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]