Kriegführung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Kriegführung (de) θηλυκό

  1. ο πόλεμος
  2. η [στρατηγική]]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη:  Krieg