Landung

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Landung < landen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Landung die Landungen
γενική der Landung der Landungen
δοτική der Landung den Landungen
αιτιατική die Landung die Landungen

Landung (de) θηλυκό

  1. προσγείωση
  2. πλεύρισμα (δύο πλοίων)

Σύνθετα[επεξεργασία]