Pension

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : pension

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Pension die Pensionen
γενική der Pension der Pensionen
δοτική der Pension den Pensionen
αιτιατική die Pension die Pensionen

Pension (de) θηλυκό

  1. σύνταξη (ποσό που παίρνει ένας συνταξιούχος)