συνταξιούχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνταξιούχος συνταξιούχοι
γενική συνταξιούχου συνταξιούχων
αιτιατική συνταξιούχο συνταξιούχους
κλητική συνταξιούχε συνταξιούχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνταξιούχος < σύνταξη + -ούχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνταξιούχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που έχει βγει στη σύνταξη, που έχει πάρει σύνταξη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]