Staatsanwalt
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | der | Staatsanwalt | die | Staatsanwälte |
| γενική | des | Staatsanwaltes Staatsanwalts |
der | Staatsanwälte |
| δοτική | dem | Staatsanwalt Staatsanwalte |
den | Staatsanwälten |
| αιτιατική | den | Staatsanwalt | die | Staatsanwälte |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Staatsanwalt (de) αρσενικό, Staatsanwältin θηλυκό