εισαγγελέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εισαγγελέας εισαγγελείς
γενική εισαγγελέα
& εισαγγελέως
εισαγγελέων
αιτιατική εισαγγελέα εισαγγελείς
κλητική εισαγγελέα εισαγγελείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εισαγγελέας < αρχαία ελληνική εἰσαγγελεύς < εἰσαγγέλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εισαγγελέας αρσενικό ή θηλυκό

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]