Verständnis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Verständnis die Verständnisse
γενική des Verständnisses der Verständnisse
δοτική dem Verständnis den Verständnissen
αιτιατική das Verständnis die Verständnisse

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Verständnis < verstehen

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Verständnis (de) ουδέτερο