Zuhörer

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Zuhörer die Zuhörer
γενική des Zuhörers der Zuhörer
δοτική dem Zuhörer den Zuhörern
αιτιατική den Zuhörer die Zuhörer

Zuhörer (de) αρσενικό

  1. ακροατής