accommodation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

accommodation < λατινική accommodatio

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
accommodation accommodations

accommodation (en)

  1. η στέγαση
  2. το κατάλυμα
  3. (οφθαλμός), (μόνο ενικός) προσαρμογή εστίασης του φακού και τις ίριδας (υπάρχουν πολλές θεωρίες περί του μηχανισμού αυτού[1])

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]


Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

accommodation < λατινική accommodatio

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.kɔ.mɔ.da.sjɔ̃/
Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
accommodation accommodations

accommodation (fr) θηλυκό

  1. η στέγαση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]