adopcja

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική aukcja aukcje
γενική aukcji aukcji(/aukcyj)
δοτική aukcji aukcjom
αιτιατική aukc aukcje
οργανική aukc aukcjami
τοπική aukcji aukcjach
κλητική aukcjo aukcje

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

adopcja < λατινική adoptio

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

adopcja 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

adopcja (pl) θηλυκό

  1. η υιοθεσία