advice
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]advice (en)
- (μη μετρήσιμο) η συμβουλή, η σύσταση, η υπόδειξη
He gave me advice plus money as well.
- Μου 'δωσε συμβουλές κι επιπλέον και χρήματα.
I followed the doctor’s advice.
- Ακολούθησα τη σύσταση του γιατρού.
the advice of the committee - οι υποδείξεις της επιτροπής- ≈ συνώνυμα: pointer, recommendation, suggestion και tip
Ανορθογραφία
[επεξεργασία]advice (en)
- λανθασμένη γραφή του ρήματος advise