Μετάβαση στο περιεχόμενο

suggestion

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
suggestion suggestions

suggestion (en)

  1. η πρόταση, η υπόδειξη, η εισήγηση, η ιδέα ή το σχέδιο που αναφέρω ώστε κάποιος άλλος να το σκεφτεί
    παράδειγμα  Does anyone have any suggestions?
    Έχει κανείς καμία πρόταση;
    παράδειγμα  Can I make a suggestion?
    Μπορώ να κάνω μια πρόταση;
    παράδειγμα  We need to get it there by four. Any suggestions?
    Πρέπει να το παραδώσουμε μέχρι τις τέσσερις. Καμιά πρόταση;
    παράδειγμα  I would like to offer a suggestion.
    Θα ήθελα να προσφέρω μια πρόταση.
    παράδειγμα  He rejected my suggestion as impractical.
    Απέρριψε την πρότασή μου ως μη πρακτική.
    παράδειγμα  The report offers suggestions for improvement to policy.
    Η έκθεση προσφέρει προτάσεις για τη βελτίωση της πολιτικής.
    παράδειγμα  I'd like to hear your suggestions for ways of raising money.
    Θα ήθελα να ακούσω τις προτάσεις σας για τρόπους συγκέντρωσης χρημάτων.
    παράδειγμα  Are there any suggestions about how best to tackle the problem?
    Υπάρχουν προτάσεις για το πώς μπορούμε καλύτερα να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα;
    παράδειγμα  He agreed with my suggestion that we should change the date.
    Συμφώνησε με την πρότασή μου να αλλάξουμε την ημερομηνία.
    παράδειγμα  We are open to suggestions (= willing to listen to ideas from other people).
    Είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις (= πρόθυμοι να ακούσουμε ιδέες από άλλους).
    παράδειγμα  The professor made some suggestions for improving the paper.
    Ο καθηγητής έκανε μερικές υποδείξεις για τη βελτίωση της εργασίας.
    παράδειγμα  We welcome any comments and suggestions on these proposals.
    Καλωσορίζουμε τυχόν σχόλια και ιδέες πάνω σε αυτές τις προτάσεις.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη advice
  2. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συνήθως ενικός) η υπόνοια, ο υπαινιγμός, λόγος να πιστέψει κανείς ότι κάτι, ειδικά κάτι αρνητικό, είναι αληθινό
    παράδειγμα  A spokesman dismissed any suggestion of a boardroom rift.
    Ένας εκπρόσωπος απέρριψε οποιαδήποτε υπόνοια για ρήξη στη διοίκηση.
    παράδειγμα  There is no suggestion of any impropriety.
    Δεν υπάρχει καμία υπόνοια για οποιαδήποτε παρατυπία.
    παράδειγμα  There was no suggestion that he was doing anything illegal.
    Δεν υπήρξε κανέναν υπαινιγμό ότι έκανε κάτι παράνομο.
  3. (μη μετρήσιμο) η υποβολή, το να υποβάλλεις σε κάποιον μια ιδέα χωρίς να την αναφέρεις ρητά και επιδιώκοντας αυτός να τη δεχτεί χωρίς να την υποβάλει σε λογικό έλεγχο· η ιδέα που υποβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο
    παράδειγμα  the power of suggestion - η δύναμη της υποβολής
    παράδειγμα  Most advertisements work through suggestion.
    Οι περισσότερες διαφημίσεις λειτουργούν μέσω της υποβολής.
  4. (επίσημο ή λογοτεχνικό, συνήθως ενικός) η υποψία, το ίχνος, μικρή ποσότητα ή ένδειξη κάποιου πράγματος
    παράδειγμα  She looked at me with just a suggestion of a smile.
    Με κοίταξε με μια ελαφριά υποψία/ένα ίχνος χαμόγελου.
    παράδειγμα  He spoke English with a suggestion of a French accent.
    Μιλούσε αγγλικά με μια ελαφριά γαλλική προφορά.

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη suggest



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
suggestion < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /?/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
suggestion suggestions

suggestion (fr) θηλυκό