suggestion
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| suggestion | suggestions |
suggestion (en)
- η πρόταση, η υπόδειξη, η εισήγηση, η ιδέα ή το σχέδιο που αναφέρω ώστε κάποιος άλλος να το σκεφτεί
Does anyone have any suggestions?
- Έχει κανείς καμία πρόταση;
Can I make a suggestion?
- Μπορώ να κάνω μια πρόταση;
We need to get it there by four. Any suggestions?
- Πρέπει να το παραδώσουμε μέχρι τις τέσσερις. Καμιά πρόταση;
I would like to offer a suggestion.
- Θα ήθελα να προσφέρω μια πρόταση.
He rejected my suggestion as impractical.
- Απέρριψε την πρότασή μου ως μη πρακτική.
The report offers suggestions for improvement to policy.
- Η έκθεση προσφέρει προτάσεις για τη βελτίωση της πολιτικής.
I'd like to hear your suggestions for ways of raising money.
- Θα ήθελα να ακούσω τις προτάσεις σας για τρόπους συγκέντρωσης χρημάτων.
Are there any suggestions about how best to tackle the problem?
- Υπάρχουν προτάσεις για το πώς μπορούμε καλύτερα να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα;
He agreed with my suggestion that we should change the date.
- Συμφώνησε με την πρότασή μου να αλλάξουμε την ημερομηνία.
We are open to suggestions (= willing to listen to ideas from other people).
- Είμαστε ανοιχτοί σε προτάσεις (= πρόθυμοι να ακούσουμε ιδέες από άλλους).
The professor made some suggestions for improving the paper.
- Ο καθηγητής έκανε μερικές υποδείξεις για τη βελτίωση της εργασίας.
We welcome any comments and suggestions on these proposals.
- Καλωσορίζουμε τυχόν σχόλια και ιδέες πάνω σε αυτές τις προτάσεις.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη advice
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο, συνήθως ενικός) η υπόνοια, ο υπαινιγμός, λόγος να πιστέψει κανείς ότι κάτι, ειδικά κάτι αρνητικό, είναι αληθινό
A spokesman dismissed any suggestion of a boardroom rift.
- Ένας εκπρόσωπος απέρριψε οποιαδήποτε υπόνοια για ρήξη στη διοίκηση.
There is no suggestion of any impropriety.
- Δεν υπάρχει καμία υπόνοια για οποιαδήποτε παρατυπία.
There was no suggestion that he was doing anything illegal.
- Δεν υπήρξε κανέναν υπαινιγμό ότι έκανε κάτι παράνομο.
- (μη μετρήσιμο) η υποβολή, το να υποβάλλεις σε κάποιον μια ιδέα χωρίς να την αναφέρεις ρητά και επιδιώκοντας αυτός να τη δεχτεί χωρίς να την υποβάλει σε λογικό έλεγχο· η ιδέα που υποβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο
the power of suggestion - η δύναμη της υποβολής
Most advertisements work through suggestion.
- Οι περισσότερες διαφημίσεις λειτουργούν μέσω της υποβολής.
- (επίσημο ή λογοτεχνικό, συνήθως ενικός) η υποψία, το ίχνος, μικρή ποσότητα ή ένδειξη κάποιου πράγματος
She looked at me with just a suggestion of a smile.
- Με κοίταξε με μια ελαφριά υποψία/ένα ίχνος χαμόγελου.
He spoke English with a suggestion of a French accent.
- Μιλούσε αγγλικά με μια ελαφριά γαλλική προφορά.
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη suggest
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- suggestion < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| suggestion | suggestions |
suggestion (fr) θηλυκό