agrafka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική agrafka agrafki
γενική agrafki agrafek
δοτική agrafce agrafkom
αιτιατική agrafkę agrafki
οργανική agrafką agrafkami
τοπική agrafce agrafkach
κλητική agrafko agrafki

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈɡraf.ka/
agrafka 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

agrafka (pl) θηλυκό

  1. η παραμάνα (είδος καρφίτσας)