aquila
Εμφάνιση
Ιταλικά (it)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]aquila (it)
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]aquila (la)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↷ ελληνιστική κοινή: ἀκυλεής, ↷ μεσαιωνικά ελληνικά: ἀκυλάς
Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | aquila | aquilae |
| γενική | aquilae | aquilārum |
| δοτική | aquilae | aquilīs |
| αιτιατική | aquilam | aquilās |
| κλητική | aquila | aquilae |
| αφαιρετική | aquilā | aquilīs |