bacon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bacon (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /be.kɔn/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
bacon bacons

bacon (fr) αρσενικό

  1. το μπέικον
  2. (Γαλλία) το καπνιστό λαρδί