bleu

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /blø/
bleu 

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό bleu bleus
θηλυκό bleue bleues

bleu (fr)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bleu (fr) αρσενικό

  1. (χρώμα) το μπλε
  2. η μελανιά, ο μώλωπας
  3. το μαθητούδι
  4. φόρμα (οικεία) Les cols bleus
    Je dois enfiler mon bleu de travail avant de couper cet arbre.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]