μώλωπας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μώλωπας < αρχαία ελληνική μώλωψ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈmɔ.lɔ.pas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μώλωπας αρσενικό

  • είδος τραύματος σε βιολογικούς ιστούς που χαρακτηρίζεται από τη υποδόρια διαρροή αίματος από τριχοειδή αγγεία που έχουν καταστραφεί, με αποτέλεσμα το εμφανές χρώμα της επιδερμίδας να σκουρύνει προς το μοβ, το μελιτζανί κλπ.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]