Μετάβαση στο περιεχόμενο

boding

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός boding
συγκριτικός more boding
υπερθετικός most boding

boding (en)

Μετοχή

[επεξεργασία]

boding (en)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
boding bodings

boding (en)