butelka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική butelka butelki
γενική butelki butelek
δοτική butelce butelkom
αιτιατική butel butelki
οργανική butel butelkami
τοπική butelce butelkach
κλητική butelko butelki

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /buˈtɛlka/
Ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

butelka (pl) θηλυκό

  1. το μπουκάλι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]