calé

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: cale

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό calé calés
θηλυκό calée calées

calé (fr)

  1. (για πρόσωπα) καλλιεργημένος, σοφός, που έχει μεγάλες γνώσεις
     συνώνυμα: instruit, savant
  2. (για πράγματα) δύσκολος, « παλούκι »
     συνώνυμα: ardu, compliqué, difficile