σοφός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική σοφός σοφή σοφό
γενική σοφού σοφής σοφού
αιτιατική σοφό σοφή σοφό
κλητική σοφέ σοφή σοφό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σοφοί σοφές σοφά
γενική σοφών σοφών σοφών
αιτιατική σοφούς σοφές σοφά
κλητική σοφοί σοφές σοφά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοφός < αρχαία ελληνική σοφός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sap- (προσπαθώ, επιτυγχάνω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σοφός

  1. (για άνθρωπο) που γνωρίζει πολλά για τον κόσμο και τα πράγματα και η γνώση του έχει βάθος, ποιότητα και αποτελεσματικότητα
  2. (για ενέργεια, λόγο κ.λπ.) που χαρακτηρίζεται από γνώση και ορθή κρίση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοφός αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]