σοφιστής
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | σοφιστής | οι | σοφιστές |
| γενική | του | σοφιστή | των | σοφιστών |
| αιτιατική | τον | σοφιστή | τους | σοφιστές |
| κλητική | σοφιστή | σοφιστές | ||
| Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σοφιστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σοφιστής[1][2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /so.fiˈstis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σο‐φι‐στής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σοφιστής αρσενικό
- (ιστορία) ακόλουθος της σοφιστικής προσωκρατικής φιλοσοφίας
- αττικός ρήτορας, δικηγόρος (συνήγορος), δάσκαλος ρητορικής που δίδασκε επ' αμοιβή
Συγγενικά
[επεξεργασία]- σόφισμα
- Σοφιστής, πλατωνικός διάλογος
- σοφιστεία
- σοφιστικός
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σοφιστής - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ σοφιστής - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| σοφῐσᾱ- | |||||
| ονομαστική | ὁ | σοφιστής | οἱ | σοφισταί | |
| γενική | τοῦ | σοφιστοῦ | τῶν | σοφιστῶν | |
| δοτική | τῷ | σοφιστῇ | τοῖς | σοφισταῖς | |
| αιτιατική | τὸν | σοφιστήν | τοὺς | σοφιστᾱ́ς | |
| κλητική ὦ! | σοφιστᾰ́ | σοφισταί | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | σοφιστᾱ́ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | σοφισταῖν | |||
| 1η κλίση, Κατηγορία 'ποιητής' όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σοφιστής < αόριστο θέμα σοφισ- του σοφίζομαι + -τής.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /so.pʰi.stɛ̌ːs/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σο‐φῐ‐στής
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σοφιστής, -οῦ αρσενικό
- γνώστης μιας τέχνης, επιδέξιος σε μια τέχνη
- (φιλοσοφία) αττικός ρήτορας, δικηγόρος (συνήγορος), δάσκαλος ρητορικής επ' αμοιβή
- (κακόσημο) αυτός που εξαπατά με λόγια
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ῥητορική, Γ, 2.7
- τῶν δ᾽ ὀνομάτων τῷ μὲν σοφιστῇ ὁμωνυμίαι χρήσιμοι (παρὰ ταύτας γὰρ κακουργεῖ), τῷ ποιητῇ δὲ συνωνυμίαι
- Από τα ονόματα τώρα, στον σοφιστή χρήσιμα είναι τα ομώνυμα (αφού με αυτωνών τη βοήθεια πετυχαίνει να κάνει τους απατηλούς συλλογισμούς του), ενώ στον ποιητή τα συνώνυμα.
- Μετάφραση (2002, 2004): Δημήτριος Λυπουρλής, Θεσσαλονίκη:Ζήτρος @greek‑language.gr
- τῶν δ᾽ ὀνομάτων τῷ μὲν σοφιστῇ ὁμωνυμίαι χρήσιμοι (παρὰ ταύτας γὰρ κακουργεῖ), τῷ ποιητῇ δὲ συνωνυμίαι
- ※ 4ος πκε αιώνας ⌘ Ἀριστοτέλης, Ῥητορική, Γ, 2.7
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- σοφιστής - Βασικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής - Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2006‑2008. greek‑language.gr
- σοφιστής - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- σοφιστής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιστορία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τής (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Φιλοσοφία (αρχαία ελληνικά)
- Κακόσημοι όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αριστοτέλη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)