σοφιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο σοφιστής οι σοφιστές
      γενική του σοφιστή των σοφιστών
    αιτιατική τον σοφιστή τους σοφιστές
     κλητική σοφιστή σοφιστές
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σοφιστής < αρχαία ελληνική σοφιστής < σοφίζω < σοφός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σοφιστής αρσενικό

  1. ακόλουθος της σοφιστικής προσωκρατικής φιλοσοφίας
  2. Αττικός ρήτορας, αρχαϊκός πολιτικός-δικηγόρος(συνήγορος)-διδάσκαλος
    Ο εκπρόσωπος της σοφιστικής κίνησης ο διδάσκαλος δηλαδή της τέχνης της ρητορικής και της πολιτικής τέχνης που δίδασκε με αμοιβή. (Πλάτων, Ιππίας Μείζων 281c)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]