φρόνιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φρόνιμος φρόνιμη φρόνιμο
γενική φρόνιμου φρόνιμης φρόνιμου
αιτιατική φρόνιμο φρόνιμη φρόνιμο
κλητική φρόνιμε φρόνιμη φρόνιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φρόνιμοι φρόνιμες φρόνιμα
γενική φρόνιμων φρόνιμων φρόνιμων
αιτιατική φρόνιμους φρόνιμες φρόνιμα
κλητική φρόνιμοι φρόνιμες φρόνιμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρόνιμος < αρχαία ελληνική φρόνιμος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈfɾɔ.ni.mɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈfɾɔ.ni.mi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈfɾɔ.ni.mɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φρόνιμος, -η, -ο

  1. που έχει λογική σκέψη, που ενεργεί με σύνεση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: γνωστικός, λογικός, μυαλωμένος, συνετός
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άμυαλος, ασυλλόγιστος, ασύνετος
  2. που χαρακτηρίζεται από σύνεση και περίσκεψη
  3. που υιοθετεί τις ηθικές αρχές και τα ηθικά πρότυπα της κοινωνίας στην οποία ζει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ενάρετος, ηθικός
  4. ο υπάκουος, ο πειθαρχημένος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: άτακτος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν : για τη σημασία του να είναι κάποιος προνοητικός

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρόνιμος < φρον- (< φρεν- < φρήν) + -ιμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φρόνιμος

  1. ο λογικός, ο συνετός
    ἔστιν ἄρα ἡ ἀρετὴ ἕξις προαιρετική, ἐν μεσότητι οὖσα τῇ πρὸς ἡμᾶς, ὡρισμένῃ λόγῳ καὶ ᾧ ἂν ὁ φρόνιμος ὁρίσειεν (Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια)