chef

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Chef

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chef < λατινική caput

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃɛf/
chef 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chef chefs

chef (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) η κεφαλή
  2. ο αρχηγός
  3. ο σεφ

Εκφράσεις[επεξεργασία]