Μετάβαση στο περιεχόμενο

come up against

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας come up against
γ΄ ενικό ενεστώτα comes up against
αόριστος came up against
παθητική μετοχή come up against
ενεργητική μετοχή coming up against

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
come up against <  δείτε τις λέξεις come, up και against

come up against (en)