consto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

consto < con- + sto

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

consto (la)

  1. στέκομαι μαζί (με κάποιον ή κάτι)
  2. συγκρατώ, κρατώ σταθερά
  3. συμφωνώ
  4. ταιριάζω
  5. μένω αμετακίνητος, αμετάβλητος, σταθερός
  6. υπομένω, επιμένω
  7. διαμένω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]