contest
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| contest | contests |
contest (en)
- ο διαγωνισμός, ο αγώνας, η διεκδίκηση, που οι άνθρωποι προσπαθούν να κερδίσουν κάτι
a beauty contest - διαγωνισμός ομορφιάς
a poetry contest - ποιητικός διαγωνισμός
a speed contest - αγώνας ταχύτητας
the contest for first place/for the gold medal - η διεκδίκηση της πρώτης θέσης/του χρυσού μεταλλίου
- ο αγώνας, η αναμέτρηση, ένας αγώνας για την απόκτηση ελέγχου ή εξουσίας
a legal contest - δικαστικός αγώνας
a contest between only two candidates - αναμέτρηση μεταξύ δύο μόνον υποψηφίων- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη confrontation
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | contest |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | contests |
| αόριστος | contested |
| παθητική μετοχή | contested |
| ενεργητική μετοχή | contesting |
contest (en)
- διαγωνίζομαι, διεκδικώ
He’s contesting the third parliamentary seat in Laconia.
- Διεκδικεί την τρίτη έδρα της Λακωνίας.
- αμφισβητώ, αντιτίθεμαι επίσημα σε μια απόφαση ή δήλωση γιατί θεωρώ ότι είναι λάθος
Πηγές
[επεξεργασία]- contest (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- contest (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 51-52. ISBN 9780194325684., λήμμα: αναμέτρηση