Μετάβαση στο περιεχόμενο

contest

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
contest contests

contest (en)

  1. ο διαγωνισμός, ο αγώνας, η διεκδίκηση, που οι άνθρωποι προσπαθούν να κερδίσουν κάτι
    παράδειγμα  a beauty contest - διαγωνισμός ομορφιάς
    παράδειγμα  a poetry contest - ποιητικός διαγωνισμός
    παράδειγμα  a speed contest - αγώνας ταχύτητας
    παράδειγμα  the contest for first place/for the gold medal - η διεκδίκηση της πρώτης θέσης/του χρυσού μεταλλίου
  2. ο αγώνας, η αναμέτρηση, ένας αγώνας για την απόκτηση ελέγχου ή εξουσίας
    παράδειγμα  a legal contest - δικαστικός αγώνας
    παράδειγμα  a contest between only two candidates - αναμέτρηση μεταξύ δύο μόνον υποψηφίων
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη confrontation
ενεστώτας contest
γ΄ ενικό ενεστώτα contests
αόριστος contested
παθητική μετοχή contested
ενεργητική μετοχή contesting

contest (en)

  1. διαγωνίζομαι, διεκδικώ
    παράδειγμα  He’s contesting the third parliamentary seat in Laconia.
    Διεκδικεί την τρίτη έδρα της Λακωνίας.
  2. αμφισβητώ, αντιτίθεμαι επίσημα σε μια απόφαση ή δήλωση γιατί θεωρώ ότι είναι λάθος
    παράδειγμα  They contested the election results/the will.
    Αμφισβήτησαν το εκλογικό αποτέλεσμα/τη διαθήκη.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη dispute