cure

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : curé

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

cure (en)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

cure (en)




Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

cure (fr)

  1. θεραπεία
    Il a subi une cure longue et coûteuse : υπέστη μακρά και ακριβή θεραπεία
  2. δίαιτα (διατροφή με ένα συγκεριμένο είδος)
  3. ενορία
  4. η διαμονή του ενοριακού ιερέα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]