αλατίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλατίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αλατίζω

  1. βάζω αλάτι σε φαγητό
    Αλάτισε το φαγητό γιατί είναι άνοστο.
  2. παστώνω
  3. διατυπώνω μια έξυπνη ιδέα
    οι υπόλοιποι μαθητές της τάξης δεν αποδίδουν, αλλά αυτός κάτι αλατίζει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]