déchéance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

déchéance < déchoir

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
déchéance déchéances

déchéance (fr) θηλυκό

  1. η πτώση, ο ξεπεσμός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: chute, décadence, déclin, disgrâce
  2. (νομικός όρος) η απώλεια ενός δικαιώματος ή μιας λειτουργίας, αποτέλεσμα μιας κύρωσης