dribble

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dribble (en)

  1. σάλιο
  2. σταγόνα
  3. (ποδόσφαιρο) ντρίμπλα

Ρήμα[επεξεργασία]

dribble (en)

  1. μου τρέχουν τα σάλια
  2. κυλάω
  3. ρίχνω σταγόνες από ένα υγρό
  4. (ποδόσφαιρο) ντριμπλάρω, κάνω ντρίμπλα