drukarka

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική drukarka drukarki
γενική drukarki drukarek
δοτική drukarce drukarkom
αιτιατική drukar drukarki
οργανική drukar drukarkami
τοπική drukarce drukarkach
κλητική drukarko drukarki

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

drukarka < drukować

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /druˈkarka/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

drukarka (pl) θηλυκό

  1. ο εκτυπωτής