eager
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | eager |
| συγκριτικός | eagerer / more eager |
| υπερθετικός | eagerest / most eager |
Επίθετο
[επεξεργασία]eager (en)
- που επιθυμεί ή επιδιώκει κάτι πολύ έντονα, πρόθυμος, ανυπόμονος, ενθουσιώδης
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- be eager to: ανυπομονώ να