Μετάβαση στο περιεχόμενο

embarrassed

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Επίθετο

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός embarrassed
συγκριτικός more embarrassed
υπερθετικός most embarrassed

embarrassed (en)

  • ντροπιασμένος, αμήχανος, ειδικά σε μια κοινωνική κατάσταση
    παράδειγμα  He is embarrassed about his weight.
    Ντρέπεται για το βάρος του.
    παράδειγμα  I was embarrassed about talking to my parents about it.
    Ντρεπόμουν να μιλήσω γι’ αυτό στους γονείς μου.
    παράδειγμα  She was embarrassed at her own behavior.
    Ντράπηκε με τη συμπεριφορά της.
    παράδειγμα  I’m embarrassed to admit it, but I laughed.
    Ντρέπομαι να το παραδεχτώ, αλλά γέλασα.
    παράδειγμα  an embarrassed look - μια αμήχανη ματιά
    παράδειγμα  They look at each embarrassed, without speaking.
    Κοιτάζονταν αμήχανοι, χωρίς να μιλάν.
    παράδειγμα  I've never felt so embarrassed in my life!
    Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω νιώσει τόσο μεγάλη ντροπή!

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

embarrassed (en)