exception

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

exception (en)

  1. η εξαίρεση
  2. η ένσταση (με την οποία ζητείται η επανεξέταση μιας απόφασης)
    at the end of the trial, the attorney had to submit a written "bill of exceptions" listing all the exceptions which he intended to appeal upon, which the judge then signed and sealed, making it part of the trial record (από το λήμμα της αγγλόφωνης Βικιπαίδειας Objection (law)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɛ.ksɛp.sjɔ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
exception exceptions

exception (fr) θηλυκό

  1. η εξαίρεση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]