expel

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

expel (en)

  1. διώχνω, αποβάλλω οριστικά
  2. απελαύνω (προτιμάται όμως το deport)
  3. αποσκορακίζω